Ομολογία Μαρίας Θεοδωροπούλου

    Εκείνη την ημέρα βεβαιώθηκα ότι ο Θεός με συγχώρεσε, ότι με αγαπά απέραντα και ότι είναι πράγματι ο Πατέρας μου. Ήταν η πρώτη φορά στην ζωή μου μετά τον θάνατο του πατέρα μου που παρηγορήθηκα, δεν αισθανόμουν πια ορφανή. Τον ευχαριστώ και Τον δοξάζω.

     «Τα αρχαία παρήλθον, ιδού, τα πάντα έγειναν νέα.» (Β΄ Κορινθίους ε΄ 17)

    Γεννήθηκα σε μια μεσοαστική οικογένεια και έχω έναν μικρότερο αδελφό. Τα παιδικά μου χρόνια τα πέρασα στην Αθήνα. Οι γονείς μου ήταν ευσεβείς και κάθε Κυριακή καθώς και στις γιορτές πηγαίναμε ανελλιπώς στην ορθόδοξη εκκλησία. Θέλοντας να μου δώσουν χριστιανικές αρχές με έστειλαν σε ιδιωτικό χριστιανικό σχολείο. Έτσι διδάχτηκα από πολύ μικρή ηλικία ότι υπάρχει ο Θεός, ο Δημιουργός του Σύμπαντος, ότι υπάρχει αμαρτία, παράδεισος και κόλαση. Δυστυχώς, όμως, μακριά από την διδασκαλία του Ευαγγελίου έμαθα την μισή αλήθεια. Δεν άκουσα ποτέ για την απέραντη αγάπη του Θεού Πατέρα, το έργο του Ιησού Χριστού στο Σταυρό, ούτε για συγχώρεση αμαρτιών.

    Σαν παιδάκι, και με βάση αυτά που άκουγα, ήθελα να αρέσω στον Θεό, προσπαθούσα να μην λέω ψέματα, να μην μιλάω άσχημα, γιατί ήθελα τον παράδεισο και απογοητευόμουν όταν έπεφτα σε κάποιο σφάλμα. Στα 12 μου χρόνια μετακομίσαμε στο Αίγιο. Εκεί, μακριά από το περιβάλλον του σχολείου, τα πράγματα ήταν δύσκολα. Θυμάμαι στο κατηχητικό που πήγαινα, μας είχαν δώσει μια λίστα με αμαρτίες για να εξομολογηθούμε και να κοινωνήσουμε. Με μεγάλη μου λύπη διαπίστωσα ότι έπρεπε να τις εξομολογηθώ σχεδόν όλες. Απογοητεύτηκα γιατί σκέφτηκα ότι ήμουν για την κόλαση και σταμάτησα να προσπαθώ, σταμάτησα το κατηχητικό και δεν εξομολογήθηκα ούτε κοινώνησα ξανά. Βέβαια εξακολουθούσα να πηγαίνω, κυρίως με τον πατέρα μου, στην εκκλησία, αλλά ενώ πρώτα μου άρεσε, τώρα πήγαινα γιατί δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς.

    Στην εφηβεία, θέλοντας να ξεφύγω από την επαρχία, έβαλα στόχο το Πανεπιστήμιο της Αθήνας και πέρασα με την πρώτη στην σχολή της πρώτης μου επιλογής. Έτσι, στα 18 μου ξεκίνησα να ζω μόνη μου ως φοιτήτρια στην Αθήνα και ήμουν πανευτυχής γιατί είχα πετύχει τον στόχο μου. Ξεκίνησα να ζω ξέφρενα, να ξενυχτάω, να καπνίζω, να πίνω, σπαταλώντας τα χρήματα που μου έστελνε ο πατέρας μου για τις σπουδές μου σε μάταιες διασκεδάσεις που με άφηναν ανικανοποίητη και δυστυχισμένη. Για τον Θεό ούτε λόγος, πλέον η ύπαρξή του δεν με συνέφερε, οπότε άρχισα και αυτήν να την αμφισβητώ. Ήθελα να είμαι ελεύθερη να κάνω ό,τι θέλω και να μην δίνω λογαριασμό σε κανέναν, ούτε σε Εκείνον που με έπλασε.

    Στα 20 μου χρόνια ο πατέρας μου αρρώστησε από καρκίνο και μέσα σε 7 μήνες πέθανε. Η θέα της αρρώστιας και ο θάνατος ήταν μεγάλο σοκ για μένα. Ταράχτηκε όλος ο κόσμος μου γιατί στηριζόμουν απόλυτα στην οικογένειά μου και κυρίως στον πατέρα μου. Μέχρι τότε ζούσα ανέμελα και δεν μπορούσα να φανταστώ ότι υπάρχει τόσο μεγάλη θλίψη, όσο αυτή που ένιωθα. Βεβαιώθηκα πλέον ότι δεν υπάρχει Θεός, αλλά ακόμα και αν υπήρχε, ήταν τόσο άδικος που μου στέρησε τον πατέρα μου που δεν ήθελα να έχω καμία σχέση μαζί του.

    Το κλίμα στην οικογένειά μου ήταν πολύ βαρύ, ο αδελφός μου, όντας στην εφηβεία αντιδρούσε άσχημα και εγώ δεν άντεχα, έτσι, πήγαινα στο Αίγιο όλο και πιο σπάνια. Έβαλα στόχο το πτυχίο, τις ξένες γλώσσες και γενικά να αποκτήσω αρκετά επαγγελματικά εφόδια γιατί ένιωθα μεγάλη ανασφάλεια και άγχος για το μέλλον. Σε όλα αυτά πέτυχα, και ξεκίνησα να εργάζομαι.

    Εκείνη την εποχή, το 1998, η μητέρα μου, αναζητώντας τον Θεό, έλαβε θεραπεία από τον Χριστό σε μια πολύ σοβαρή ασθένεια που είχε και ξεκίνησε να μελετά το Ευαγγέλιο και να πηγαίνει στην Εκκλησία της Πεντηκοστής. Αυτό ήταν για μένα ένα ακόμη σοκ και αντέδρασα, γιατί το Ευαγγέλιο ήταν κάτι που δεν γνώριζα, ούτε ήθελα να γνωρίσω αφού δεν ταίριαζε με την ζωή που έκανα. Βέβαια δεν μπορούσα να αμφισβητήσω το θαύμα της θεραπείας της μητέρας μου, αλλά μέχρι εκεί. Συνέχισα να ζω άσωτα, όλο και περισσότερο, χωρίς να έχω κανέναν έλεγχο. Ήμουν καθημερινά σε μια διαρκή υπερένταση και άγχος, δούλευα πολύ, ξενυχτούσα πολύ, όλα σε μία υπερβολή.

    Ένιωθα μοναξιά και ήθελα να είμαι συνέχεια με παρέες, να έχω φιλίες, θέλοντας να καλύψω τα συναισθηματικά μου κενά. Όμως απογοητεύτηκα πάρα πολύ, βίωσα πολλές φορές την υποκρισία και το ψέμα, έβλεπα σχέσεις που γίνονταν μόνο από συμφέρον και αυτό δεν το ήθελα στην ζωή μου. Ήθελα να κάνω δική μου οικογένεια, να δώσω και να νιώσω αγάπη, αλλά με κάποιον άνθρωπο ειλικρινή και τίμιο, ο οποίος δεν πίστευα ότι υπήρχε.

    Παράλληλα, η μητέρα μου μου μιλούσε σχεδόν καθημερινά στο τηλέφωνο για τον Κύριο. Μου έλεγε ότι δεν είμαι ορφανή, ότι έχω Πατέρα Παντοδύναμο που με αγαπάει και με προστατεύει και ότι μπορώ να του ζητήσω ό,τι χρειάζομαι. Μου μιλούσε πολλές φορές με εδάφια μέσα από τον Λόγο του Θεού. Τα λόγια αυτά με παρηγορούσαν αλλά δεν πίστευα ότι ο Θεός θα ασχοληθεί με κάποια σαν εμένα, και ο εγωισμός μου δεν με άφηνε να παραδεχτώ ότι Αυτόν είχα πραγματικά ανάγκη στην ζωή μου. Ήμουν δυστυχής με την ζωή που έκανα, αλλά δεν ήξερα πώς να ζήσω διαφορετικά.

    Το 2003 γνώρισα τον σύζυγό μου, τον Βασίλη. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση που άκουγε με προσοχή τον Λόγο του Θεού από την μητέρα μου, και όταν τον ρώτησα μου είπε ότι αυτά τα λόγια τα είχε ξανακούσει από κάποιον συμμαθητή του. Η καρδιά μου άρχισε να μαλακώνει και ξεκίνησα δειλά-δειλά, το 2004 να διαβάζω την Καινή Διαθήκη. Έβλεπα γραμμένα όλα όσα ήξερα εξ ακοής τόσα χρόνια και όλο έκλαιγα. Άρχισα σιγά-σιγά να αλλάζω, χωρίς να το καταλαβαίνω, άλλαζε η εμφάνισή μου, η συμπεριφορά μου, άρχισα να ηρεμώ, να μην έχω αγωνία για το αύριο.

    Το 2006, την ημέρα του γάμου μας, ένιωσα τόσο έντονα την επέμβαση και το χέρι του Θεού που η καρδιά μου πλημμύρισε από ευγνωμοσύνη και λαχτάρα να Τον πλησιάσω. Ξεκίνησα να ακούω κηρύγματα και ύμνους από το διαδίκτυο και δεν μπορούσα να σταματήσω τα δάκρυα. Ήθελα να πάω σε μια εκκλησία, αλλά αναρωτιόμουν, «Εμένα θα με δεχτεί ο Θεός; Θα με συγχωρέσει;»

    Τον Απρίλιο του 2007 ξεκινήσαμε με τον σύζυγό μου να πηγαίνουμε στην Εκκλησία της Πεντηκοστής στο Παγκράτι. Ένιωσα αμέσως ότι μπήκα σε μια μεγάλη οικογένεια, ένιωσα αγάπη για τα αδέλφια μου κι ας μην τα ήξερα, ήθελα να είμαι συνέχεια στην Εκκλησία, να αναπληρώσω τα χαμένα χρόνια μακριά από τον Χριστό. Η προηγούμενή μου ζωή μου φαινόταν πολύ μακρινή και ξένη.

    Τον Ιούνιο βαπτιστήκαμε στο νερό αφού ο Κύριος ελευθέρωσε τον Βασίλη από ένα πάθος του και 20 ημέρες μετά μας χάρισε το Πνεύμα Του το Άγιο. Εκείνη την ημέρα βεβαιώθηκα ότι ο Θεός με συγχώρεσε, ότι με αγαπά απέραντα και ότι είναι πράγματι ο Πατέρας μου. Ήταν η πρώτη φορά στην ζωή μου μετά τον θάνατο του πατέρα μου που παρηγορήθηκα, δεν αισθανόμουν πια ορφανή. Τον ευχαριστώ και Τον δοξάζω.

    Εκείνη την εποχή έμαθα, σχεδόν τυχαία, ότι είχα ένα πρόβλημα υγείας και για να μπορέσω να κάνω παιδί θα έπρεπε άμεσα να χειρουργηθώ και μετά να κάνω επί 6 μήνες θεραπεία με ορμόνες. Όταν επιστρέψαμε από τον γιατρό που έκανε την διάγνωση, κλαίγοντας, τραβήξαμε εδάφια από τον Λόγο του Θεού αναζητώντας την φωνή Του. Το δικό μου έγραφε: «Πάντα είναι δυνατά εις τον πιστεύοντα» (Μάρκος θ΄ 23). Κάτι μέσα μου με έπεισε. Ήξερα και την εμπειρία της μητέρας μου που την θεράπευσε ο Κύριος και είπα «Γιατί όχι και εμένα;» Συνέχισα να κάνω εξετάσεις και όλοι με διαβεβαίωναν ότι δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, αν ήθελα να συλλάβω. Παράλληλα συνέχισα να ζητάω από τον Κύριο να κάνει επέμβαση, ήθελα να δοξαστεί ο Χριστός, ήθελα να δω το θαύμα.

    Τρεισήμισι μήνες μετά από την πρώτη διάγνωση ήμουν έγκυος, χωρίς καμία χειρουργική επέμβαση ή θεραπεία. Γέννησα ένα υγιέστατο αγοράκι, τον Ιωάννη, και όταν ήταν μόνο 8 μηνών, ο Κύριος μου χάρισε μια δεύτερη εγκυμοσύνη. Γέννησα την Ζωή, που σήμερα είναι περίπου δυόμισι ετών.

    Ευχαριστώ τον Θεό, γιατί μέσα από τις δυσκολίες που επέτρεψε στην ζωή μου, μου έδωσε την ευκαιρία να δω τις επεμβάσεις Του και να γνωρίσω ότι είναι ζωντανός. Που σαν τον Πατέρα του ασώτου, όταν με είδε από μακριά να προσπαθώ να Τον πλησιάσω, έτρεξε κοντά μου με ανοιχτή αγκαλιά και με στόλισε με τα δώρα Του. Τον ευγνωμονώ γιατί με αναγέννησε, μου έδωσε νέα ζωή, ελπίδα και στόχο αληθινό, μια μέρα να αξιωθώ να αντικρύσω το Άγιο Πρόσωπό Του.

    Τον παρακαλώ και περιμένω να κάνει το θαύμα Του και στην ζωή του αδελφού μου, καθώς και σε κάθε πληγωμένη ψυχή που τον έχει ανάγκη, και όλοι μαζί να Τον δοξάζουμε στους αιώνες. ΑΜΗΝ.

     

    ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ


    Διεύθυνση: Φιλολάου 166, 1ος Όροφος | Παγκράτι | Αθήνα

    Περιοχή: Παγκράτι | Αθήνα

    Ώρες συναθροίσεων: Δευτέρα - 20:00-21:00 | Τετάρτη - 20:00-21:00
    Παρασκευή - 20:00-21:00 | Κυριακή - 09:30-12:30

    Please publish modules in offcanvas position.